Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Παναγία η Λιμνιά και η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της


Του Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτη
Στα χίλια πεντακόσια εξήντα περίπου, -όταν σουλτάνος ήταν ό Σουλεϊμάν ό λε-. γόμενος μεγαλοπρεπής, ένα καράβι τούρ­κικο έπλεε στα μέρη της Κασσάνδρας, κατευ­θυνόμενο προς τη θαλάσσια περιοχή της Χαλ­κίδας. Μεταξύ του τούρκικου πληρώματος ήταν και ένας χριστιανός ναύτης σέ περασμένη ηλικία πού κατείχε τη θέση του λοστρόμου μέσα στο καράβι, τον έλεγαν Δημητρό και καταγόταν από τα Μπουγάζια. Το καράβι είχε πλώρη προς τη Σκιάθο με φουσκωμένα τα πανιά του από το σορόκο που φύσαγε. Ρόδιζε ή αυγή και ή σορο­κάδα άρχισε να πέφτει, ο­πότε ό λοστρόμος Δημητρός έδωσε παράγγελμα να ρί­ξουν τις βάρκες στη θάλασ­σα για να ρυμουλκήσουν το καράβι. Ξαφνικά, βλέπει ό γερο-Δημητρός να επιπλέει πάνω στα κύματα ένα μεγά­λο εικόνισμα στο πλάϊ του καραβιού.Ό ευλαβής χριστιανός λοστρόμος δεν χάνει ώρα.Αμέσως μπαίνει σε μια φελούκα (μικρή βάρ­κα), σηκώνει από τη θάλασσα την Ιερή Εικόνα, 95 εκατοστά υψος και 65 πλάτος, γονατιστός κάνει το σταυρό του, προσκυνάει και ασπάζε­ται με ευλάβεια τη Μητέρα του Θεοΰ, την Παναγία. Ανεβάζει την Εικόνα στο καράβι καί, σαν δουλευτής στον καπετάνιο Μεχμέτ,την παραδίνει σ' αυτόν κι ό άσεβης την άφήνει ανάποδα στην κάμαρη, στη πρύμνη

Από τη στιγμή που ανεβάστηκε ή ιερή Ει­κόνα στο καράβι, σηκώθηκε ένας δυνατός αέρας γρέγος και τραμουντάνα. Τριζοβολούνε τ' άλμπουρα, τα πανιά κολπώνονται, το καρά­βι σχίζει με ταχύτητα τα πέλαγα, ή πλώρη ση­κώνει αφρούς και ή πρύ­μνη αφήνει άσπρες λωρί­δες. Οί γλάροι φτεροκο­πούν και διαγράφουν «αί­νους στο γαλάζιο τον ου­ρανού», τα δελφίνια παί­ζουν στα κύματα και οι ναύτες, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αφήνουν ευφρόσυ­νους αμανέδες ν' ακουσθούν μέσα στα πέλαγα. Ή Θεο­τόκος Μαρία, με αόρατη αγγελική συνοδεία και ύμνωδία, συνεκάλεσε την άλογη και έλλογη κτίση σε δοξο­λογία του Τριαδικού Θεού, με τον τρόπο του κάθε κτί­σμα, κατά αναλογία με τη γνώση ή την άγνοια του,ό λοστρόμος με τον ευσεβή ψαλμό στο στόμα και οι ", δυστυχείς ασεβείς ναύτες με ο,τι θεωρούσαν ότι ευχαριστεί το Θεό τους.
Το Ιστιοφόρο έπλεε στον προορισμό του με τους ανύποπτους ναύτες για το ποιο ήταν το θέλημα της Παναγίας. Παρέκαμψε τις νήσους Σποράδες, πέρασε στον Ευβοϊκό κόλπο και έ­βαλε πλώρη για την Χαλκίδα. "Ομως, μόλις.βρέθηκε το καράβι κάτω από την τοποθεσία που είναι τώρα ή Λίμνη, ή θάλασσα τελείως αφύσικα γαλήνεψε απότομα κι έπεοε σε τέλεια άπνοια. Το ιστιοφόρο ακινητοποιήθηκε. Όποτε ό Τούρκος κατεπάνιος δίνει εντολή να ρίχτουν πάλι οι βάρκες για να ρυμουλκήσουν το καράβι. Και όταν έφθασε υστέρα από ώρες κάτω από το άγριωπό βουνό της Ευβοίας Καντήλι, που οι απότομοι βράχοι του κατεβαίνουν από την πλευρά αυτή μέχρι βαθιά στη θάλασσα, ξέσπασε ξαφνική καταιγίδα, τελείως και αυτή αφύσικη. Σηκώνονται απειλητικά κύματα και κόντρα άνε­μος, που σπρώχνουν το σκάφος με κατεβασμένα πανιά κάτω από τη Λίμνη, ένω ό καπετάνιος και οι ναύτες έχουν περιέλθει σε απόγνωση.
Και εδώ «βουλή Θεού έτελείτο», όπως λέγει ό υμνητής των θαλασσίων περιπετειών Όμη­ρος. Πράγματι, ένω το ιστιοφόρο βρισκόταν κάτω από τη Λίμνη, ή τρικυμία σταματάει και ή θάλασσα γαληνεύει, παρά τους φυσικούς νόμους. 'Αλλά τη θέληση της Θεοτόκου, πού εκδηλωνόταν με τα φυσικά στοιχεία, για να βγάλουν την ιερή Εικόνα Της εκεί, δεν την κατάλαβαν ακόμα. Γι' αυτό νέα απόπειρα να κατευθυνθεί το καράβι στον αρχικό προορισμό του πάλι απέτυχε. Γιατί στο ίδιο σημείο, στο Καντήλι, νέα καταιγίδα ξεσπάει πιο απειλητική από την προηγούμενη και μη θέλοντας το καράβι παρασύρεται πάλι στη Λίμνη.
Ό ευλαβέστατος γέρο-Δημητρός, ό λοστρόμος, έπι τέλους φωτίστηκε. Κατάλαβε τη γλώσ­σα με την οποία μιλούσε ή Θεοτόκος. Παρου­σιάζεται λοιπόν στον Τούρκο καπετάνιο και του εκθέτει την πεποίθηση του, ότι δεν θα απαλλα­γούν από τους κινδύνους, αν δεν αφήσουν την Εικόνα έκεί. Όποτε ό ασεβής Μεχμέτ συγκατατίθεται και ειδοποιούν το χωριό, πού ήταν τότε λίγα χιλιόμετρα από την παραλία στα Καστριά.
Κατέβηκαν για να παραλάβουν την ιερή Ει­κόνα ιερείς πλαισιούμενοι από πολύ λαό, με έξα-πτέρυγα, Σταυρούς και λαμπάδες, οι προύχοντες του χωριού και γέροντες ευλαβείς, στους οποί­ους ό ευσεβής λοστρόμος Δημητρός παρέδωσε την Εικόνα της αχράντου και άειπαρθένου Θεο­τόκου, σαν ατίμητο θησαυρό για το χωριό τους,πού τη δέχτηκαν με περισσή χαρά και κατάνυ­ξη. Και για να φανεί τρανότερα το θαύμα της Παναγίας, μόλις άποτέθηκε στη στεριά ή θεία Εικόνα, ή θάλασσα αμέσως ηρέμησε και ακο­λούθησε ένα φρέσκο μαϊστράλι, πού πήρε κατάπρυμνα το ιστιοφόρο με κολπωμένα τα πανιά του κατ ευθείαν για τον προορισμό του. Και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και οι σκοτισμένοι Μωα­μεθανοί έδόξασαν τι] Δέσποινα του κόσμου και Κυρία Θεοτόκο για τα θαυμάσια Της.
Κι ένω το καράβι έσχιζε με ούριον άνεμο τη θάλασσα, οι άρχοντες του χωριού συνόδευαν την Ιερή Εικόνα της Θεομήτορος φερόμενη από ιερείς, προπορευόμενων των έξαπτερύγων, των λαβάρων, των φανών και του αγίου Ευαγγελί­ου, πού κρατούσε ιερεύς. "Οταν έφθασαν στον ιερό Ναό της Μητέρας της Θεοτόκου αγίας Άννας, πού ήταν κοντά σ' ένα άλσος από γέρι­κες δρυς, πλατάνια, κυπαρίσσια και ύψηλόκορμα πεύκα, απόθεσαν σ' ένα προσκυνητάρι την ιερή Εικόνα, έψαλλαν Παράκληση και Δοξολο­γία και προσκύνησε όλος ό λαός, ευχαριστών­τας γονυκλινώς τη χάρη Της για τη θεία δωρεά.
Την επομένη, όμως, ημέρα, όταν μαζί με τους Ιερείς οι χριστιανοί άνοιξαν τον ιερό Ναό για να προσευχηθούν, παρετήρησαν με φρίκη και τρόμο ότι η Εικόνα της Παναγίας είχε εξαφανιστεί κατά τη νύχτα. Αναστατώθηκε όλο το χωριό και όλοι οι χριστιανοί βγήκαν στα βουνά και στους λόγγους ψάχνοντας τρεις μέρες και τρεις νύχτες παντού, σε έξωκκλήσια να τη βρούνε, αλλά πουθενά ή Εικόνα.
Όμως, ένας τσοπάνος —φαίνεται πώς θα ήτανε καθαρός χριστιανός- πού είχε το μαντρί του στους βράχους, ανατολικά επάνω από τη Λίμνη, είδε τη νύχτα ένα φως κάτω στην πεδιά­δα και το πρωΐ κατέβηκε και είδε τρομαγμένος την αγία Εικόνα στο μέσον των βράχων, έκεί πού είναι σήμερα χτισμένος ό Καθεδρικός Ναός της Λίμνης, κι εμπρός της μια καντήλα να φέγ­γει. 'Αμέσως έστειλε μήνυμα στο χωριό, ότι ή σεπτή Εικόνα βρίσκεται στη Λίμνη, και όλο το χωριό με το ιερατείο κατέβηκαν και την παρέ­λαβαν με πολλή ευλάβεια και την μετέφεραν και την απόθεσαν πάλι στο Ναό της αγίας Άννας.

Η εξόριστη Παναγία η Δαμασκηνή στην Μάλτα

Ψάχνοντας κανείς να βρει τα ίχνη και τη σημερινή παρουσία του Ελληνι­σμού στη Μάλτα, θα διαπιστώσει ότι αρκετοί νησιώτες, Δωδεκανήσιοι, Επτα­νήσιοι, άλλα και Κυκλαδίτες, ακόμη και Μακεδόνες και Ηπειρώτες έφτασαν κατά καιρούς στο νησί, όπου ή δράση των Ελλή­νων ήταν έντονη και στον 18ο και στον 19ο αιώνα.
Το μαρτυρούν οί πολυπληθείς εκδό­σεις ελληνικών βιβλίων τυπωμένων «εν Βαλέττα» ή «εν Με­λίτη». Μερικά από αυ­τά κατοπτρίζουν τα προβλήματα που αντι­μετωπίζουν, ίδίως τα θρησκευτικά, δηλ. τις πιέσεις της Ρωμαιοκα­θολικής Εκκλησίας για αφομοίωση.Ή ϋπαρξη σήμερα δύο ελληνικών ναών, του ορθόδοξου και του ούνίτικου,λέγει πολλά. Ό πρώτος δυστυχώς είναι κλειστός και λει­τουργεί τις μεγάλες μόνο γιορτές, όταν στέλνει ιερέα ή Αρχιε­πισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, στην πνευματική δικαιοδοσία της οποίας υπάγεται ή Μάλτα. Το ελληνικό οτοιχείο που παραμένει είναι πια ελάχιστο.Αντίθετα, ό οΰνίτικος ναός πού αυτοχα­ρακτηρίζεται Έλληνο-Καθολικός ναός Πα­ναγία ή Δαμασκηνή λειτουργείται τακτικά.
Την ονομασία του οφείλει στη βυζαντινή εικόνα της Παναγίας της Δαμασκηνής, μια πολύ όμορφη στρογγυλοπρόσωπη Παναγιά, ή οποία μεταφέρθηκε στη Μάλτα από τους Ροδίτες πού κατέφυγαν σ' αυτήν το 1523 μαζί με τους Ιππότες, όταν ή Ρόδος κυρι­εύθηκε από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλο­πρεπή.
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΔΑΜΑΣΚΗΝΗ
Ό ιερέας του ναού κ.Vito Borgid μου έδωσε τις πληροφορίες ότι αρχικά ή εικόνα τοποθετήθηκε στον ναό της Αγίας Αίκατερίνας στο Borgo del Castello, όπου έμεινε έως το 1852· εν συνεχεία μεταφέρθηκε στη νέα πόλη της Βαλέττας, στον καινούργιο ελληνικό ναό πού αφιερώθηκε στην Πανα­γία τη Δαμασκηνή.
Γιατί ονομάστηκε έτσι; Πολύ πιθανώς γιατί την ιστόρησε κάποιος αγιο­γράφος Δαμασκηνός. Ό κ.Borgid αναφέρει την εκδοχή ότι μπορεί να μεταφέρθηκε στη Ρόδο από τη Δαμασκό. Όμως ή προέλευση της είναι μάλλον από την Κωνσταντινούπολη και έχει φιλοτεχνηθεί στη βυζαντινή πρωτεύουσα, αν κρίνει κανείς από την τεχνοτροπία της.
Ή εικόνα καθαρί­στηκε και συντηρήθη­κε μεταξύ 1963 και 1966 στο Κεντρικό Ιν­στιτούτο Καλλιτεχνικής Συντήρησης στη Ρώμη.Το 1965 εκδό­θηκε σέ γραμματόσημο από το κράτος της Μάλτας. Το 1972 άναπαράχθηκε ως χρι­στουγεννιάτικη κάρτα από το Ανώτερο Στρατιωτικό Τάγμα της Μάλτας, ενώ το 1970 εκτέθηκε στην 13η Ευρωπαϊκή "Εκθεση που έγινε στο νησί σε περίοπτη θέση.
Ανήκει στον τύπο της Έλεούοας κι έχει σχήμα 147,5 εκ. χ 102,5 εκ. Σύμφωνα με τον κ.Borgid στη Μάλτα την πήγαν οι Ιππότες, το φυσικότερο όμως είναι αυτό το βυζαντινό αριστούργημα να το μεταφέρουν οι Δωδεκανήσιοι "Ορθόδοξοι,που αποτελούσε αντικεί­μενο της λατρείας τους. "Οταν όμως ό ναός των Ελλήνων έγινε ούνίτικος, εκείνοι ίδρυσαν δεύτερο. Ή Παναγία όμως παρέμεινε στον πρώτο,όπου μπορεί κανείς να τη δει σήμερα,θλιμμένη μακριά από την πατρίδα της και τους συμπατριώτες της.Πώς αλλάζουν οι καιροί.
Ή Μάλτα ήταν ακμαίο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου και τραβούσε πολλούς "Ελληνες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ηπειρώτες άνοιξαν καποτάδικα και άλλα εμπορικά, για να δια­θέσουν τις κάπες, τα υφάσματα κ.ά.προϊό­ντα τους. "Αλλοι Ρωμιοί, κυρίως Υδραίοι, έφερναν από τη Μάλτα τα περίφημα πορ­τοκάλια της.Μετά την Επανάσταση στα 1835, ένας από τους "Ελληνες της Μάλτας, συγκλονι­σμένος από την Εθνεγερσία τύπωσε στο νησί το ιστορικό μυθιστόρημα «Το παλληκάριον». Τα χρόνια πέρασαν. "Εφυγαν ανε­πιστρεπτί κι ή Παναγιά ή Δαμασκηνή έμει­νε στην ξενητειά, εξόριστη και λυπημένη.
του Ι.Μ.Χατζηφώτη
ΠΗΓΗ.proskynitis.blogspot.com

Η Παναγιά Ξενιά της καρδιάς μας


Σ' αυτή την Παναγιά κρέμασε τις ελπίδες για τη θεραπεία της κόρης του (της μάνας μου δηλαδή) ο παππούλης μου, όταν κίνησε από το χωριό του -πολλές ώρες δρόμου- .Η μάνα μου -δεκάχρονη τότε- είχε υψηλό πυρετό, που δεν έλεγε να πέσει.
Φόρτωσαν τα ζώα τους, πήραν τα στρωσίδια, τα πολλά τέκνα, τους παραγυιούς, τις παρακόρες και το καραβάνι της αγωνίας, της πίστης και της ελπίδας έφτασε, αργά τη νύχτα, στο μοναστήρι της Παναγίας της Ξενιάς.
Έστρωσαν στην αυλή Της να κοιμηθούν και η ελπίδα έγινε βεβαιότητα.
Την αγαπούσαν ιδιαίτερη τούτη την Ξενούλα που τα ιερά βιβλία έγραφαν ότι είχε διασχίσει θάλασσες, για να βρει τούτον τον τόπο να απαγκιάσει την εικόνα που της ιστόρησε ο Λουκάς , ως ευλογία για τους πονεμένους.
Το πρωί της γιορτής, το άρρωστο παιδί δεν ήθελε να μπει στο ναό. Ζητούσε, κλαίγοντας σπαρακτικά, τον πατέρα της και το παραλογισμένο -από τον πυρετό- μυαλό δεν την άφηνε να κατανοήσει πως ο πατέρας την κρατούσε αγκαλιά.Οι άγιοι στις πολυκαιρισμένες τοιχογραφίες κατανοούσαν....

Ήταν εδώ από τον καιρό του Βυζαντίου και είχαν δει και χειρότερα.
Ο τρισκατάρατος, όπως τον έλεγαν στο χωριό, κουνούσε πάλι την ουρά του...
Η μάνα μετάνιζε στην Μεγαλόχαρη πνιγμένη στο δάκρυ και ο πατέρας είπε όλες τις φυλλάδες των προσευχών, που ήξερε απέξω.
Με το ζόρι την έφεραν να μεταλάβει Σώμα και Αίμα.
Ευθύς μετά την θεία Κοινωνία, σαν να ξύπνησε από αλλιώτικο ύπνο, λούστηκε στον ιδρώτα, έπεσε η θέρμη του κορμιού και του μυαλού, χαμογέλασε και ζήτησε να φάει, να πιει νερό και να τρέξει στις αυλές του μοναστηριού με τα αδέλφια της!
Στο μοναστήρι έρχονταν ανέκαθεν και συνέχισαν ως το τέλος της ζωής τους.
Ένας-ένας, μία- μία που έφευγαν για τις μονές του Παραδείσου, αύξαιναν την δική μας ευθύνη και μέριμνα να μην ξεχάσουμε την Ξενούλα την Παναγιά...
Αρχίσαμε μαζί τους τον δρόμο για το μοναστήρι και συνεχίζουμε με τα παιδιά και σε λίγο με τα εγγόνια μας.
Μια αλυσίδα που δεν θα αφήσουμε να σπάσει....
Το κτίριο της Μονής πληγώθηκε από τους σεισμούς του 1981 και οι μοναχές μεταφέρθηκαν σε άλλο, που χτίστηκε εκεί κοντά.
Την ημέρα της γιορτής όμως, στις 23 Αυγούστου, το πανηγύρι γίνεται στο παλιό, υπό αναστήλωση, κτίριο.
Εκεί όπου η Παναγιά μερίμνησε για τη μάνα μου....
Εκεί όπου ο συχωρεμένος ο πατέρας μου περίμενε ώρες την σειρά του να προσκυνήσει την εικόνα Της, ακόμη και λίγο πριν την κοίμησή του, που τον κρατούσαμε για να σταθεί στα πόδια του. Περίμενε, σέρνοντας τα ανήμπορα ποδαράκια του, κάτω από αυτή την κληματαριά που φαίνεται -δίχως φύλλα στην φωτογραφία-. Τον Αύγουστο έχει και φύλλωμα και καρπούς και σκιάζει τους πιστούς -ως άλλη άμπελος προοιμιακή της αληθινής- που περιμένουν για να αποθέσουν στην Ξενιά τα πολυτιμότερα της καρδιάς τους.
Έτσι το βλέπουμε, καθώς πλησιάζουμε, το μοναστήρι
Αναγαλλιάζει η καρδιά....Το μοναστήρι....Η Ξενιά της ψυχής μας.
Έτσι τόβλεπε και ο παππούλης μου και όλη η φαμελιά, έτσι -να δώσει ο Θεός- να το βλέπουν και τα παιδιά των παιδιών μας και οι γενιές που θα ακολουθήσουν.
Το μοναστήρι! Έτσι τόβλεπε και ο παπά-Καλλίνικος, που χρόνια τώρα ξημερώνεται στον ουρανό και ήταν ηγούμενος εδώ, πριν έρθει γυναικεία αδελφότητα.
Το μοναστήρι! Το αποχαιρέτισε μπρουμιτισμένος -κρυφά- μπροστά στην εικόνα Της ο επίσκοπος Δαμασκηνός (όταν τον έδιωξαν) που κι αυτός μονάζει πια στην Εδέμ. Ο γερο Καλλίνικος και ο Κυπριανός (κι αυτός συχωρέθηκε πια), που ήταν καλογέρια τότε, μας έλεγαν για τα αναφιλητά του δεσπότη, μπροστά στην Παρθένο.
Το μοναστήρι! Ο Χριστόδουλος πέρασε από δω φεύγοντας για την Αθήνα μετά την εκλογή του ως αρχιεπίσκοπος και άφησε στην Παναγιά το εγκόλπιό του και την θλίψη του για την πόλη που άφηνε. "Πού πηγαίνουμε παιδί μου;"είχε ψελλίσει στον διάκονό του, υγραίνοντας την μαστίχη και το κερί της εικόνας, με τα δάκρυά του....
Το μοναστήρι! Φέτος, πήγαμε με τον επίσκοπο Βελεστίνου Δαμασκηνό (παιδί πνευματικό του παλιού Δαμασκηνού). Πάντα με ένα μάτσο κεριά στο χέρι, με ένα σωρό ελπίδες στην καρδιά, καίγοντας θυμιάματα στην ψυχή, με ατέλειωτες προσευχές στα χείλη, με βροχές στα μάτια και περιμένοντας κάτω από την αρχαία κληματαριά, το θαύμα....

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΤΟΥ ΚΟΥΡΣΚ




ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ὁ παρών Παρακλητικός Κανών πρός τήν Παναγίαν τοῦ Κούρσκ, ἐποιήθη τῆ παρακλήσει τοῦ Ὁσιολογιωτάτου Μοναχοῦ π. Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου (συντοπίτου μου, ἐξ Ἀθηκίων Κορινθίας ὁρμωμένου), τοῦ Ἱεροῦ Κελλίου Γεννήσεως Θεοτόκου - Παναγοῦδας, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους. Εἰς τό κελλίον τοῦτο – εἰς τό ὁποῖον ἐγκαταβιεῖ μετά τοῦ πολυσεβάστου αὐτοῦ Γέροντός του, Παν/του Ἱερομονάχου π. Ἰωσήφ - ἐναπόκειται ἀντίγραφον τῆς θαυματουργοῦ καί ἱστορικῆς αὐτῆς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, τήν Ὁποίαν οἱ Πατέρες Ἰωσήφ καί Ἐφραίμ εὐλαβοῦνται ἰδιαιτέρως
Ἡ Παναγία τοῦ Κούρσκ ἀνῆκει εἰς τόν εἰκονογραφικόν τύπον τοῦ Σημείου, τοῦ ὁποίου κατά τήν παράδοσιν τό πρωτότυπον εὑρέθη εἰς τήν Ρώμην, εἰς τήν Κατακόμβην τῆς ἁγ. Ἄννης (πρόκειται διά τόν εἰκονογραφικόν τύπον τῆς Βυζαντινῆς Πλατυτέρας). Πέριξ τῶν ἱερῶν προσώπων τοῦ Κυρίου καί τῆς Θεοτόκου, εἰκονίζονται ἑννέα Προφήται καί ἄνωθεν ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν.
Ἡ Εἰκών τοῦ Κούρσκ εἶναι ἀντίγραφον παλαιοτέρας εἰκόνος ἡ ὁποία εὑρέθη εἰς τό Νόβγκοροντ τό 1170, τῆς ἐπονομαζομένης «τῆς ρίζης», ἐπειδή εὑρέθη εἰς τήν ρίζαν ἑνός δένδρου ἀπό ἕναν κυνηγό. Εἰς τό σημεῖον τῆς Εὑρέσεως ἀνηγέρθη ἀμέσως ξύλινος ναός, τόν ὁποῖον ὅμως κατέστρεψαν οἱ Τάταροι τό 1382, ἀφοῦ προηγουμένως ἐτεμάχισαν τήν εἰκόνα εἰς τά δύο καί ἐβασάνισαν φρικτῶς τόν ἐφημέριον. Τό ἔτος 1597 ἱδρύθη εἰς τό σημεῖον τῆς Εὑρέσεως τό περίφημον διά τήν πνευματικότητα τῶν μοναχῶν του Ἐρημητήριον τοῦ Κούρσκ Ρούτ (τό γνωστόν Κορέναγια Πουστίν).
Εἰς τά πρῶτα θαύματα τῆς Παναγίας τοῦ Κούρσκ περιλαμβάνεται ἡ θαυμαστή ἕνωσις τῶν δύο τμημάτων τῆς Εἰκόνος! Μεταξύ τῶν θαυμάτων Της περιλαμβάνεται ἐπίσης καί ἡ διάσωσις τοῦ Νόβγκοροντ ἀπό ἐπίθεσιν τοῦ Πσκώφ (ἦτο ἡ περίοδος τῶν ἐμφυλίων πολέμων μεταξύ τῶν διαφόρων Ρωσικῶν πόλεων - ἡγεμονιῶν). Τότε ἡ Εἰκόνα τοῦ Σημείου, λιτανευομένη ἐπί τῶν τειχῶν τῆς πόλεως, ἐπλήγη ἀπό ἐχθρικόν βέλος καί θαυματουργικῶς ἔρευσεν αἷμα! Εἰς τήν ἱστορικήν πορείαν ἡ Εἰκών ἐκαλύφθη ὑπό τῶν πιστῶν μέ πολύτιμον κάλλυμα σμάλτου, γαλάζιου χρώματος, ἀπό τό ὁποῖον ἔλαβε τήν προσωνυμίαν «Ἡ Γαλάζια Παναγία».
Εὑρέως γνωστή εἶναι καί ἡ θεραπεία τοῦ ἁγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (τόν 18ο αἰ.), ὅταν ἀρρώστησε βαριά κατά τήν παιδική του ἡλικία. Μέ τήν Παναγίαν τοῦ Κούρσκ συνδέεται ἐπίσης ἕνα τῶν θαυμάτων τῆς Ὁσίας Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς. Τέλος τό ἔτος 1966, ἐκοιμήθη γονατιστός ἐνώπιόν Της, εἰς τό Σιάτλ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν (ὅπου εἶχεν μεταφερθεῖ χάριν εὐλογίας τῶν πιστῶν), ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Φραγκίσκου Ἰωάννης Μαξίμοβιτς (τό ἔτος 1993 τό Λείψανον τοῦ ἀρχιεπ. Ἰωάννου ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορον καί τό ἑπόμενον ἔτος 1994 ἡ ὑπό τόν Μητροπολίτην Βιτάλιον Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς διεκήρυξε τήν ἁγιότητά του).
Ἡ Παναγία τοῦ Κούρσκ ὀνομάζεται καί «Ὁδηγήτρια τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς». Μετά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917 ἠκολούθησε τήν πορείαν τῶν αὐτοεξορίστων Ρώσων προσφύγων, ἀρχικῶς εἰς τό Κάρλοβιτς τῆς Σερβίας, εἰς τήν συνέχειαν εἰς τό Μόναχον (Μονή ἁγ. Ἰώβ τοῦ Ποτσάεφ) καί τελικῶς εἰς τήν Νέαν Ὑόρκην (πρῶτον εἰς τήν Μονήν Νέα Κορέναγια καί ἔπειτα εἰς τόν Συνοδικόν Καθεδρικόν Ναόν, ὅπου καί σήμερον φυλάσσεται).
Τιμᾶται τρεῖς τοῦ ἔτους, τήν 3η Μαρτίου, τήν 8η Σεπτεμβρίου καί τήν 27η Νοεμβρίου.
Ὁ παρών Παρακλητικός Κανών ἔχει ὡς πρότυπον τόν ἡμέτερον Παρακλητικόν Κανόνα εἰς τήν Παναγίαν τοῦ Καζάν.


ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΤΟΥ ΚΟΥΡΣΚ
Ποίημα Ἀντωνίου Μάρκου


Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως, τόν Ψαλμόν ρμβ’- 142.

Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῆ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῆ δικαιοσύνῃ Σου καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδιάσεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσακουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπί Σοί ἤλπισα.Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἐν γῆ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῆ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῶ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.


Καί εὐθύς.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. (δ’).


Εἶτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῶ Σταυρῶ.
Τῆ τοῦ Κούρσκ τῆς Θεοτόκου Εἰκόνι, οἱ ἐν κινδύνοις, ἀλγηδόσι καί πόνοις ὑπάρχοντες, προσπίπτωμεν ἐν πίστει πολλῆ, Δέσποινα βοήθησον ἐκβοῶντες ἐν τάχει, τόν ζυγόν τῆς θλίψεως ἀφ’ ἡμῶν ἀραμένη. Σέ γάρ μητέρα ὁμολογοῦμεν, Ἀγαθή, καί τῆ Σῆ σκέπῃ ὡς νήπια σπεύδομεν.

Δόξα. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆ σεπτῆ Σου Εἰκόνι τῆ τοῦ Κούρσκ νῦν προσπίπτωμεν, κλίνοντες τό γόνυ, Παρθένε, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, δεόμενοι ἀντιλήψεως, Ἁγνή, πρεσβείαις πρός Υἱόν Σου καί λιταῖς. Ἵνα τύχωμεν, Παρθένε, τῆς παρ’ Αὐτοῦ πλημελημάτων ἀφέσεως. Δόξα τοῖς μεγαλείοις Σου, Σεμνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις Σου, δόξα ὑπερβαλόντως, Κόρη, τῆ δυναστείᾳ Σου.


Καί νῦν. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῶ Σταυρῶ.
Τῆ Θεοτόκῳ ὡς μητρί ἐκβοῶμεν, οἱ τυραννούμενοι ἐχθροῦ δυναστείᾳ, τῆ θεϊκῆ Σου σκέπασον ἀγάπῃ ἡμᾶς. Σπεῦσον, Κόρη, ῥύσασθαι τῶν τοῦ Βελίαρ παγίδων καί τῆς καταθλίψεως καί τῆς δαιμόνων μανίας. Σοῦ γάρ ὑπάρχει Εἰκών ἡ ἐν τῶ Κούρσκ, ἡμῶν προστάτις, σκέπη τε καί ἀντίληψις.


Ὁ Ν’ - 50 Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτηρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου.Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῶ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοῦ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοῦ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῶ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῶ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῆ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τῶ θυσιαστήριόν Σου μόσχους.


Εἶτα ψάλλομεν τόν Κανόνα, οὗ ἡ ἀκροστιχίς, «ΕΙΚΟΝΙ ΤΗ ΤΟΥ ΚΟΥΡΣΚ ΠΡΟΣΠΙΠΤΩ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ».


Ὠδή α’. Ἦχος πλ. δ’. Ὁ Εἱρμός. Ὑγράν διοδεύσας.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Εἰκόνι Σου τῆ θείᾳ, τῆ ἐν τῶ Κούρσκ προσπίπτωμεν, Κόρη, Θεοπόθητε Μαριάμ, καί δι’ αὐτῆς Σοί τάς ἱκεσίας, ὡς εἰς μητέρα προσφέρομεν, Δέσποινα.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
δεῖν τοῦ Υἱοῦ Σου τήν φοβεράν ἡμέραν, Παρθένε, καταξίωσον Σαῖς λιταῖς καί Τοῦτον ἐν ὄμματι συμπαθείας, Σαῖς ἱκεσίαις κατάστησον βλέποντα.


Δόξα…
Κυρία Παρθένε τό τῆς ἐμῆς ψυχῆς δεινόν ἄλγος καί τόν πόνον καί τήν φθοράν ἀπέλασον καί τήν ἁμαρτίαν, τήν ταῦτα πάντα ἐμοί προκαλέσαντα.


Καί νῦν…
δόν μετανοίας καί ἐπιστροφῆς βαδίζοντα, Κόρη, εὕροιμι θάνατος Σαῖς λιταῖς, Σοῦ δέομαι καί πρός τόν Υἱόν Σου, Σύ μέ ὁδήγησον ὡς Ὁδηγήτρια.


Ὠδή γ’. Ὁ Εἱρμός. Οὐρανίας ἀψίδος.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ναῶ, Παρθένε, τεμένει τῶ ἐν Ὑόρκῃ ὑπάρχοντα, ἐν ὅ ἡ Σῆ Εἰκών ἡ ἁγία ἀποθησαύρισται, πλήθη προσφεύγουσιν τῶν Ὀρθοδόξων, κακεῖσε τήν δέησιν προσφέρουσι, Σοί τῆ Μητρί ἡμῶν.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
δε, Κόρη Ἁγία, τούς τῆ Εἰκόνι Σου σπεύδοντας καί δεινοῦ ἄλγους καί λύπης ἡμᾶς ἀπάλλαξον, τούς τῆ Σῆ χάριτι γονυκλινῶς αἰτουμένοις, πρόφθασον, ἀπάλλαξον ἡμᾶς πρεσβείαις Σου.


Δόξα…
Τῆς μορφῆς Σου τῆς θείας τῆς ἐν τῶ Κούρσκ τῶ ἐκτυπώματι, σπεύδομεν οἱ ἐν θλίψεσι πάντες καί ἐν βασάνοις ὑπάρχοντες, αὐτῶ γάρ δέδοκας πλουσίαν τήν Σήν χάριν, ἧν ἡμῖν ἐπόμβρισον, Ἁγία Δέσποινα.


Καί νῦν…
μεῖς πάντες, Παρθένε, τῆ μεσιτείᾳ Σου σπεύδομεν, αἰτούμενοι τυχεῖν βοηθείας καί ἀντιλήψεως. Ἄρον τό βάρος ἡμῶν ἀπό ψυχῆς, Θεοτόκε, ἵνα ἀνυμνοῦμεν Σε, Κυρία Κούρσκαγια.


Διάσωσον, τούς Σύ προσπίπτοντας πόθῳ, Κούρσκαγια Μητροπάρθενε Κόρη, εἰκόνι Σου γάρ τῆ σεπτῆ ἐπισκιάζει ἀφθόνως ἡ Σῆ χάρις.
πίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.


Καί μνημονεύει ὁ Ἱερεύς ἐκείνων δι’ οὕς ἡ Παράκλησις τελεῖται. Κύριε ἐλέησον (15).


Κάθισμα. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τοῦ Κούρσκ τῆ σεπτῆ Εἰκόνι νῦν προσπίπτωμεν, οἱ ἐν πόνοις ψυχῆς καί θλίψεσι ὑπάρχοντες καί δι’ αὐτῆς αἰτούμεθα τῆς Θεοτόκου τό ἄμετρον ἔλεος καί τήν ταχεῖαν Ταύτης συνδρομήν καί τήν βεβαίαν Αὐτῆς ἀντίληψιν.


Ὠδή δ’. Ὁ Εἱρμός. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Τῆς Ῥωσίας προστάτιδα, Ὀρθοδόξων πάντων τήν ἀντιλήπτορα καί τήν κόσμου χαρᾶς πρόξενον, Παναγία Σέ κηρύττομεν.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
λος ἐν βορβόρῳ νῦν, τόν τῆς ἁμαρτίας, ὡς κύων εὕροιμι καί ἐκεῖσε κυλιώμενος, τοῦ ἐλέους Σου τυγχάνω ἀνεπίδεκτος.


Δόξα…
μνον καί τήν δέησιν τήν πρός Σέ, Παρθένε, μή ὑπερείδης μου, ἀλλά σπεῦσον ὡς φιλόστοργος Ἄνασσα καί ἐλέησον τόν κάμνοντα.


Καί νῦν…
Κούρσκ τό ἐκτυπώματι τῆς Παρθένου, πάντες τά νῦν προσπίπτωμεν οἱ ἐν θλίψεσι, αἰτούμενοι ἄλγους ψυχικοῦ τήν ἀπολύτρωσιν.


Ὠδή ε’. Ὁ Εἱρμός. Φώτισον ἡμᾶς.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
μβρισον ἡμῖν γλυκασμόν ἐλέους Κύριε, ταῖς πρεσβείαις τῆς Ἀχράντου Σου Μητρός, ὅτι Ταύτην Σύ προβάλλομεν μεσήτριαν.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ψωσον, Χριστέ, Ἐκκλησίας τήν παράταξιν, Σῆς Μητρός ἐπικαμπτόμενος θερμαῖς μεσιτείαις καί πρεσβείαις καί δεήσεσι.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ῦσαι πειρασμῶν καί κακώσεων Φιλάνθρωπε, τῆς Μητρός Σου ἐπικαπτόμενος, Σωτήρ, τῆ πρεσβείᾳ, ὅτι Αὐτῆ νῦν καταφεύγωμεν.


Δόξα…
Σπεῦσον πρός ἡμᾶς φιλανθρώπως, Ἐλεῆμον Κύριε, μεσιτείᾳ τῆς Πανάγνου καί λιταῖς, τῆ τοῦ Κούρσκ γάρ Αὐτῆς εἰκόνι νῦν προσπίπτωμεν.


Καί νῦν…
Κέρας εὐσεβῶν Ὀρθοδόξων νῦν ἀνύψωσον, τῶν αἱρέσεων συντρίβων τήν ἰσχύν, τῆς Μητρός Σου τῆς Ἀχράντου ταῖς δεήσεσι.


Ὠδή στ’. Ὁ Εἱρμός. Τήν δέησιν.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Παντοίων με πόνων ψυχῆς ἀπάλλαξον καί κακώσεων, τραυμάτων τε, Παρθένε, τῆ τοῦ Κούρσκ γάρ τῆ Εἰκόνι προσπίπτων, τήν παρά Σοῦ αἰτοῦμαι βοήθειαν καί Σέ θαυμάτων τήν πηγήν ὁμολογῶ καί κηρύττω, Πανύμνητε.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ωσίας τε καί Ὀρθοδόξων ἁπάντων, τά Σά θαυμάσια κηρύσσουσι προστάτην καί τριχομένων κακίαις παντοίαις καί ὀχλουμένων Βελίαρ προσκρούσεσι καί πάντων τῶν ἐν συμφοραῖς, μόνη βοήθεια πέλεις, Θεόνυμφε.


Δόξα…
ρμησον τήν ψυχήν μου, Παρθένε, εἰς λιμένα ἀσφαλῆ σωτηρίας ταῖς Σαῖς θερμαῖς πρός Θεόν ἱκεσίαις καί τῆ πρεσβείᾳ Σου τήρησον ἄτρωτον καί ἐπί πέτραν ἀσφαλῆ τῆς πρός Υἱόν Σου πίστεως, Ἄχραντε.


Καί νῦν…
Συμπνίγομαι ταῖς τοῦ βίου πάθεσι τοῖς ἀκαθάρτοις, ἅ μολύνουσι, Μήτερ, τήν ἐν ἐμοί τοῦ Κυρίου εἰκόνα, ἀλλά Σύ δέομαι, Κόρη, ἀποκάθαρον, ταῖς δάκρυσι καί στεναγμοῖς, ἅ δώρησαί μοι, Παρθένε, καί σῶσον με.


Διάσωσον, τούς Σύ προσπίπτοντας ἐκ πόθου, Κούρσκαγια Μητροπάρθενε Κόρη, εἰκόνι Σου γάρ τῆ σεπτῆ ἐπισκιάζει ἀφθόνως ἡ Σῆ χάρις.
χραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.


Καί ὁ Ἱερεύς μνημονεύει ὡς δεδήλωται. Κύριε ἐλέησον (12).


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Παρθένῳ Κούρσκαγιᾳ τά νῦν προσπίπτωμεν, ὠδαῖς, δεήσεσι Αὐτήν καλούμενοι, εἰς τήν βοήθειαν ἡμῶν τῶν θλίψεσι ὀχλουμένων. Σπεῦσον, Μῆτερ, πρόφθασον τήν ὀργήν τοῦ Παντάνακτος, Αὐτῶ γάρ ἁμαρτάνομεν καί δεινῶς παροργίζομεν. Εὐσπλάχνως οὗν ἐπίβλεψον, Ἁγνή, ἐπί λαόν ἀσεβοῦντα καί ἐλέησον.


Καί εὐθύς τό Προκείμενον.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνοματός σου ἐν πάσῃ γενεᾶ καί γενεᾶ. (Δίς).
Στίχ. Ἄκουσον, Θύγατερ, καί ἴδε καί κλῖνον τό οὗς Σου καί ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ Σου καί τοῦ οἴκου τοῦ πατρός Σου καί ἐπιθυμήσει ὁ Βασιλεύς τοῦ κάλλους Σου.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾶ καί γενεᾶ.


Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν (α’ 39-49 καί 56).
ν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη εἰς τήν Ὀρεινήν μετά σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰοῦδα. Καί εἰσῆλθεν εἰς τόν οἶκον Ζαχαρίου καί ἠσπάσατο τήν Ἐλισάβετ. Καί ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν Ἐλισάβετ τόν ἀσπασμόν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν τῆ κοιλίᾳ αὐτῆς. Καί ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῆ μεγάλῃ καί εἶπεν. Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Καί πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδού γάε, ὡς ἐγένετο ἠ φωνή τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τά ὦτά μου, ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῆ κοιλίᾳ μου. Καί μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῆ παρά Κυρίου. Καί εἶπε Μαριάμ. Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό πνεῦμα μου ἐπί τῶ Θεῶ τῶ σωτῆρί μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ. Ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. Ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός καί ἅγιον τό ὄνομα Αὐτοῦ. Ἔμεινε δέ Μαριάμ σύν αὐτῆ ὡσεί μῆνας τρεῖς καί ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς.


Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι.
Δόξα. Ἦχος β’.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.


Καί νῦν.
Κούρσκαγιας πρεσβείαις, λιταῖς τε, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου.


Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν ὑπό τήν σκέπην Σου, Μῆτερ, καί τήν Σήν ἀντίληψιν καί τῆ μεσιτείᾳ Σου ἀναθέμεθα. Φιλανθρώπως, Δέσποινα, ἔπαρον τάς χεῖρας τῶ Υἱῶ Σου καί μεσίτευσον, ὑπέρ λαοῦ ἀγνώμονος καί Αὐτόν δεινῶς παροργίζοντος. Κούρσκαγια Κόρη, Εἰκόνι τῆ ἁγίᾳ Σου τά νῦν, σύν Σεραφείμ Σάρωφ πίπτομεν καί Αὐτῆ δεόμεθα.


Ὁ Ἱερεύς, «Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν Σου…». Κύριε ἐλέησον (12).

Ὠδή ζ’. Ὁ Εἱρμός. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Πατρίδος Ἑλληνίδος μνήσθητι, Θεοτόκε, ὡς Πόλεως Κωνσταντίνου ποτέ. Ὑπέρμαχον γάρ ταύτης καί στρατηγόν ἐν πίστει Σέ ἐπιγράφεται ψάλουσσα. Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ασαι τῆς ψυχῆς μου τόν πόνον, Παναγία, ἡ Ὀρθοδόξων προστάτης καί πρόμαχος, Σῆ γάρ προσπίπτω, Κόρη, τῆ Σῆ ἐπιστασίᾳ καί γηθοσύνως κραυγάζω Σοι. Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.


Δόξα…
Πῦρ τό τῆς ἁμαρτίας, Παρθένε, τόν Σόν δοῦλον καταναλίσκει, πλήν σπεῦσον ῥυσθῆναι με. Κατάσβεσον τήν φλόγαν, εὐχαῖς πρός τόν Υἱόν Σου, ἵνα εὐγνωμόνως κραυζάγω Σοι. Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.


Καί νῦν…
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου τοῦ Ὁσίου ἀναδέδεικται θάνατος, Δέσποινα, Σεραφείμ τοῦ θείου, αὐτόν γάρ ἡ Εἰκών Σου ἡ τοῦ Κούρσκ ἐθεράπευσε ψάλλοντα. Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.


Ὠδή η’. Ὁ Εἱρμός. Τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ραιοτάτη ἡ μορφή Σῆς Εἰκόνος, τῆς τοῦ Κούρσκ, εὐσυμπάθητε Κόρη, πρός ἧν τό γόνυ ψυχῆς κλίνωμεν πάντες.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
νασσα Κόρη, τῆ τοῦ Κούρσκ Σῆ Εἰκόνι προσπεσόντες οἱ πιστοί ἀναβοῶμεν, σπεῦσον, Παρθένε, καί ἀπάλλαξον ἐν τάχει.


Δόξα…
Ναῶ Σου θείῳ τῶ ἐν Ὑόρκῃ, Θεοτόκε, χαίρουσα σπεύδει πληθύς τῶν Ὀρθοδόξων, τυχεῖν συγγνώμης, ἐλέους τε βοηθείας.


Καί νῦν…
Τῆς Βασιλείας, Παρθένε, τοῦ Υἱοῦ Σου τύχοιμεν πάντες Ὀρθόδοξοι ποθοῦμεν, Σῆ μεσιτείᾳ, δεήσι τε βοηθείᾳ.


Ὠδή θ’. Ὁ Εἱρμός. Κυρίως Θεοτόκον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ραῖος κάλει πάντων ἀνθρώπων πέλει, Μῆτερ, ὁ Σός Υἱός πρός Ὅν τήν δέησιν ἔκχεε, ἵνα ῥυσθῶμεν διά Σοῦ κολάσεως τῆς γεέννης.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Νικῆσαι τοῦ Βελίαρ τάς μηχανάς, Παρθένε, Σῆ βοηθείᾳ ἐλπίζομεν πάντοτε, πρός Σόν Υἱόν ταῖς Σαῖς λιταῖς, δι’ ὧν βεβαίως οἱ πάντες σωζόμεθα.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος, Θεοτόκε, ὅτι συνθλίβει ἐντόνως τόν δοῦλον Σου καί δώρησαί μοι τήν χαράν, ἵνα ὑμνῶ Σε, Πανύμνητε Κούρσκαγια.


Δόξα…
μματι εὐσπλαχνίας βλέψον ἡμῖν ἐν τάχει καί βοηθείας χεῖραν τοῖς δούλοις Σου ἔκτεινον, Σέ γάρ μητέρα ἡμῶν θείαν κηρύττομεν.


Καί νῦν…
Σάλον τόν τῆς ψυχῆς μου καί ἄλγος καί ὀδύνην, ταῖς Σαῖς πρεσβείαις κατάστειλον δέομαι, Σῆ γάρ προσφεύγω, Παντάνασσα Κούρσκαγια.


Καί εὐθύς, τό
ξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Εἰκόνι Σου τῆ θείᾳ τῆ ἐν τῶ Κούρσκ προσπίπτωμεν, Κόρη, οἱ ἐν θλίψεσι τῆς ψυχῆς, αἰτούμενοι δι’ αὐτῆς τήν Σήν γενναῖαν καί ἀναγκαῖαν τοῖς πᾶσι ἀντίληψιν.
ωσίας ἁπάσης τήν ὁδηγόν, Γένους Ὀρθοδόξων τήν Ὑπέρμαχον Στρατηγόν, τοῦ Κούρσκ τήν Εἰκόνα νῦν τιμῶμεν, ὡς τῆς Παρθένου λαμπρόν ἀποτύπωμα.
Κατάπαυσον τόν τάραχον τῆς ψυχῆς τῶν δούλων Σου, Κόρη, Θεοπόθητε Μαριάμ, καί δώρησαι εἰρήνην Σοῖς ἱκέταις, ὅπως μή παύουν τοῦ μεγαλύνειν Σε.
Βάρος, Παρθένε, ἐν τῆ ψυχῆ καί ἄλγος καί πόνος ἐπιπολάζει νῦν ἐπ’ ἐμέ, Σύ ἄρον τόν ζυγόν τῆς ἁμαρτίας, ἧ ὡς μεσότοιχον τοῦ Υἱοῦ Σου χωρίζει με.


Τό Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ ἤ τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Καί κλείομεν μετά τοῦ


Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.


Τό Τρισάγιον καί τά Τροπάρια ταῦτα.
Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.


Δόξα…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.


Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.


Τό Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας καί τό Θεοτοκίον τοῦ αὐτοῦ ἤχου.


Ὁ Ἱερεύς τήν δέησιν «Ἐλέησον ἡμᾶς...» καί τήν μικράν Ἀπόλυσιν. Καί τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας καί χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τά παρόντα Τροπάρια:


Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντας τούς προσπίπτοντας πιστῶς, τῆ Σῆ πανυπερτίμῳ Εἰκόνα, τῆ ἐν τῶ Κούρσκ, τῆ σεπτῆ, ῥύου πάσης θλίψεως καί περιστάσεως, τῶν παθῶν δέ διάλυσον τόν σάλον, Παρθένε, ἅπασι παρέχουσα χάριν σωτήριον. Σύ γάρ Ὀρθοδόξων προστάτης καί πιστῶν ἁπάντων ἀμύντωρ πέλεις, οἷα Μήτηρ τοῦ Παντάνακτος.


Ἦχος πλ. δ’.
Δέσποινα πρόσδεξαι τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.


Ἦχος β’.
Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μήτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπην Σου.


Ὁ Ἱερεύς.
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ